βλῆτρον

βλῆτρον
Grammatical information: ν.
Meaning: `bolt, plug' (as in Mod. Gr.); only O 678 ξυστὸν κολλητὸν βλήτροισι. Scholars in antiquity were uncertain: τῆς ἁμάξης τροχοί. σφῆνες. ἐμβλήματα. οἱ δε γόμφους καὶ συμβολὰς ἀξόνων H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Connection with βάλλω remains uncertain. - Factitive ptc. βλητρώσας `providing with β.' is explained by Hesychius as ἐμβαλών.
Page in Frisk: 1,244

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλῆτρον — fastening neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλῆτρα — βλῆτρον fastening neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλήτροις — βλή̱τροις , βλῆτρον fastening neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλήτροισι — βλή̱τροισι , βλῆτρον fastening neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλήτροισιν — βλή̱τροισιν , βλῆτρον fastening neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλήτρου — βλή̱τρου , βλῆτρον fastening neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλήτρων — βλή̱τρων , βλῆτρον fastening neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.